Η ιστοσελίδα περιέχει δημοσιεύσεις κειμένων και ιστορικών πηγών που αφορούν την ιστορία της Αρκαδίας, κυρίως τις περιοχές της Γορτυνίας και του Μαινάλου, καθώς επίσης και ορισμένες ερασιτεχνικές ιστορικές μελέτες γενικότερου ενδιαφέροντος.

Μαρία Δοξαπατρή



Η Μαρία Δοξαπατρή

Μα είναι η ώρα να αφήσουμε πίσω μας και τούτο το καστέλι, για να γνωρίσουμε και πάλι, ένα πολυθρύλητο μεσαιωνικό φρούριο που το όνομά του γίνηκε ένα στα χρόνια του με τον ατόφιο ελληνικό ηρωισμό. Το κάστρο του Αρακλόβου. Αλλιώς, θα μπορούσαμε να το πούμε το συγκεκριμένο και κάστρο «φάντασμα», γιατί για εμάς τους περιπατητές αλλά και κάθε αναζητητή της σύγχρονης εποχής η τοποθεσία του είναι πραγματικά άδηλη. Τα στοιχεία δείχνουν πάντως ότι το πιθανότερο είναι να ευρισκόταν στην Αρκαδία, γι αυτό και αποφάσισα να το εντάξω στις παρούσες σελίδες. Ελάχιστα στοιχεία γνωρίζω γι αυτό επειδή ελάχιστα διεσώθησαν. Εκείνο όμως που έχει καταγραφεί και είναι άξιο να γνωρίσετε, είναι η γενναιότητα που έδειξε το κάστρο τούτο κατά τα πρώτα χρόνια της φραγκοκρατίας απέναντι στους σιδεροντυμένους τυχοδιώκτες σταυροφόρους. Πέντε χρόνια ολάκερα σφυροκοπούσε τα θεμέλιά του ο Καμπανέσης, ο πρώτος ηγεμόνας του Μοριά. Όλον εκείνο τον καιρό, υπερασπιζόταν το κάστρο ένας λιονταρόψυχος, ο Δοξαπατρής Βουτσαράς, απόγονος της φημισμένης οικογένειας των Βουτσαράδων της Λακωνίας. Τα μπράτσα του μπόραγαν και βαστούσαν το υπερμέγεθές του ρόπαλο που άλλου θνητού η ρώμη δεν έφτανε όρθιο να το κρατεί. Να πως έκανε την καταγραφή του Βουτσαρά αλλά και του Αρακλόβου ένα παλιό στιχούργημα, το χρονικό του Μορέως: ...να στείλουν κ' εις το Αράκλοβον όπου κρατεί τον δρόγγον, όπου το λέγουν τα Σκορτά, μικρόν καστέλιν ένι, αλλά εις τραχώνιν κάθεται, πολλά ένι αφιερωμένων. Λέγουν οκάποιος το κρατεί από τους Βουτσαράδες, Δοξαπατρήν τον λέγουσιν, μέγας στρατιώτης ένι... Το κάστρο έχει και το θρύλο του: Το μακρινό εκείνο καιρό που οι ανδρειωμένοι του Βουτσαρά πάλευαν με τους ιππότες για το κάστρο, είχε προκύψει στα κρυφά το ερωτικό ειδύλλιο. ανάμεσα στον Καμπανέση(ονομαζόταν Γουλιέλμος του Σαμπλίτ), και την πεντάμορφη κόρη του έλληνα πολέμαρχου Μαρία Δοξαπατρή. Σαν όμως τα έφερε ο καιρός ανάποδα για το μυστικό ζεύγος και ο Καμπανέσης αναγκάστηκε να φύγει για την πατρίδα του, ή έμορφη θυγατέρα από το μαρασμό της πήρε τη μοιραία απόφαση να δώσει τέλος στα ζηλευτά της νιάτα κάμωντας ένα πήδημα στα νερά του Αλφειού.

Πηγή



Βερναρδάκης Δημήτριος Ν.

Μαρία Δοξαπατρή (απόσπασμα)

Μαρία Δοξαπατρή. Δράμα εις πράξεις πέντε. Διδαχθέν το πρώτον από της εν Αθήναις σκηνής του Παλαιού θεάτρου τη 10 Δεκεμβρίου 1865. Έκδοσις τρίτη (Δημητρίου Ν. Βερναρδάκη, Δράματα, τόμος Α΄, Αθήνησιν, εκ των τυπογραφείων του Κράτους, 1903, σ. 2 («Πρόσωπα του δράματος») και 79-99 (Πράξη τέταρτη, σκηνές Γ΄- Ι΄))

ΜΑΡΙΑ ΔΟΞΑΠΑΤΡΗ

ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΟΥ ΔΡΑΜΑΤΟΣ.

ΔΟΞΑΠΑΤΡΗΣ, Λάκων ἐκ τοῦ γένους τῶν Βουτσαράδων.
ΣΟΦΙΑ, σύζυγος αὐτοῦ.
ΜΑΡΙΑ, θυγάτηρ αὐτοῦ.
ΓΟΥΛΙΕΛΜΟΣ ΚΑΜΠΑΝΙΤΗΣ, κατακτητὴς καὶ αὐθέντης τοῦ Μορέως.
ΓΟΔΕΦΡΕΙΔΟΣ ΒΙΛΛΑΡΔΟΥΙΝΟΣ, πρωτοστάτωρ καὶ σύμβουλος τοῦ Καμπανίτου.
ΔΑΙΜΟΝΟΓΙΑΝΝΗΣ, οἰκέτης Δοξαπατρῆ.
ΒΑΣΙΛΙΚΗ, τροφὸς τῆς Μαρίας καὶ σύζυγος τοῦ Δαιμονογιάννη.
ΕΡΑΡΔΟΣ
ΓΑΛΤΙΕΡΟΣ
ΡΟΒΕΡΤΟΣ, ἱππόται τῆς συνοδίας τοῦ Καμπανίτου καὶ τοῦ Βιλλαρδουΐνου.
ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΟΙ τοῦ Δοξαπατρῆ.
ΡΑΨΩΙΔΟΣ τυφλός.
ΘΥΓΑΤΗΡ αὐτοῦ.
ΑΓΓΕΛΟΣ ΦΙΛΑΝΘΡΩΠΙΝΟΣ, εὐγενὴς Ῥωμαῖος, φυγὰς ἐκ Κωνσταντινουπόλεως.
ΠΥΛΩΡΟΣ τοῦ Ἀρακλόβου.
ΑΠΕΣΤΑΛΜΕΝΟΙ ἐκ Καμπανίας.
ΙΠΠΟΤΑΙ διάφοροι, χωρικοὶ κ.λ.π.
Ἡ σκηνὴ ὑπόκειται κατὰ τὴν Ἀρκαδίαν ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τοῦ φρουρίου τῶν Σκόρτων Ἀρακλόβου, κατ' ἀρχὰς τῆς ιγ΄ ἑκατονταετηρίδος μ.Χ.

ΣΚΗΝΗ Γ΄.

ΔΟΞΑΠΑΤΡΗΣ καὶ ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΟΣ


ΔΟΞΑΠΑΤΡΗΣ

Εἰς τὸν ἀπεσταλμένον τοῦ ἐχθροῦ εἰπὲ
ἐκ τοῦ φρουρίου νὰ ἐξέλθῃ παρευθύς.
Τοὺς ὅρους τοῦ αὐθέντου του δὲν δέχομαι.
Δὲν παραδίδ' εἰς Φράγκους ὁ Δοξαπατρῆς
ὁ Σπαριάτης τῶν Σκορτῶν τὸ φρούριον.

ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΟΣ

Εὐθὺς ὁ ὁρισμός σας. - Γενναιότατε,
ὁ πυλωρὸς εἰς νέον τινὰ ἄγνωστον,
παρακαλοῦντα νὰ εἰσέλθῃ πρὸς ὑμᾶς,
ἐπέτρεψε τὴν εἴσοδον, κ' εἰσῆλθε νῦν.
Σπουδαίας, λέγει, φέρ' εἰδήσεις πρὸς ὑμᾶς.

ΔΟΞΑΠΑΤΡΗΣ

Καὶ εἶνε, λέγεις, ἄγνωστος;

ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΟΣ

Ναί, ἄγνωστος.

ΔΟΞΑΠΑΤΡΗΣ

Εἰπὲ νὰ ἔλθῃ μέσα. (ὁ ἀξιωματικὸς ἀπέρχεται).
Νέος ἄγνωστος!
Τίς ἆρά γε νὰ εἶνε; Μὴ ὑπέστρεψεν
ὁ Ἄγγελος; Ἀλλ' ὄχι· εἶπεν «ἄγνωστος.»

ΣΚΗΝΗ Δ΄.

ΔΟΞΑΠΑΤΡΗΣ καὶ ΜΑΡΙΑ μετημφιεσμένη εἰς ἄνδρα.

ΔΟΞΑΠΑΤΡΗΣ

Τίς εἶνε ὁ ὡραῖος - Ὦ Μαρία μου!
Θεέ μου εἶνε δυνατόν;

ΜΑΡΙΑ

Ὦ πάτερ μου! (Ἐναγκαλίζεται αὐτόν.)

ΔΟΞΑΠΑΤΡΗΣ

Ὦ κόρη μου, τί τόλμη! Κ' ἡ αἰτία τίς;
Τί ἀφροσύνη! Τὸ λοιπὸν ἀπώλεσεν
ἡ μήτηρ σου τὰς φρένας της;

ΜΑΡΙΑ

Ἡ μήτηρ μου
δὲν τὸ γνωρίζει· μόνη καὶ ἀπ' ἐμαυτῆς
νὰ σ' ἴδω ἦλθον, ἐπειδὴ ἐνόμισα
τὰς περιστάσεις ἐπειγούσας.

ΔΟΞΑΠΑΤΡΗΣ

Τότε πλὴν
φρικτὴν ἀνοησίαν, κόρη, ἔπραξας.
Νὰ σ' ἐπιπλήξω θέλω· θέλω αὐστηρὰ
νὰ σ' ἐπιπλήξω, ἄσκεπτον παιδίον, πλὴν
τὰ δάκρυά μου μ' ἐμποδίζουσιν. (Τὴν ἐναγκαλίζεται καὶ ἀσπάζεται).
Εἰπὲ,
τί ἀπευκταῖον, κόρη μου, συνέβ', εἰπέ,
δὲν μὲ φοβίζεις· ὅλην τὴν ἀλήθειαν
γυμνὴν εἰπέ μοι. Καὶ ἐν πρώτοις ἔφθασεν
ὁ Ἄγγελος, εἰπέ μοι, Φιλανθρωπινός,
ὃν μ' ὁπλοφόρους δέκα εἰς τὸ σπήλαιον
πρὸς ἐξασφάλισίν σας χθὲς ἐξέπεμψα;

ΜΑΡΙΑ

Ναί, ἔφθασεν, ὦ πάτερ μου. Πλὴν καὶ αὐτὸς
κ' οἱ ὁπλοφόροι πάντες συνελήφθησαν
ὑπὸ τοῦ Καμπανίτου.

ΔΟΞΑΠΑΤΡΗΣ

Καὶ τί ἤθελεν
ἐκεῖ ὁ Καμπανίτης;

ΜΑΡΙΑ

Ὤ! ἀλλοίμονον,
ὦ πάτερ μου! Τὰ πάντα, καὶ τὸ σπήλαιον
καὶ τὰ στενὰ τὰ πέριξ, ἤδη πρὸ πολλοῦ
κατέχουσιν ἱππόται.

ΔΟΞΑΠΑΤΡΗΣ

Καὶ ἡ μήτηρ σου;
-Ὤ! τὴν φρικώδη βλέπω ὁλοφάνερα
ἀλήθειαν, Θεέ μου! - Καὶ ἡ μήτηρ σου, -
εἰπέ μοι τα ἀφόβως ὅλα, κόρη μου-
αἰχμάλωτος ἐσύρθ' εἰς τὸ στρατόπεδον
τῶν ἱπποτῶν ὑπὸ τοῦ Καμπανίτου, αἴ;

ΜΑΡΙΑ

Εἰς τῆς μητρός μου τὴν ζωὴν σ' ὁρκίζομαι,
ὦ πάτερ, ὄχι. Ἀσφαλὴς ἡ μήτηρ μου
ἐν τῷ σπηλαίῳ μένει, καὶ οὐδείς ποτε
οὐδὲ τῆς κεφαλῆς της τρίχα ἤγγισεν.
Ἐξ ἐναντίας ἅπαντες κατ' ἐντολὴν
τοῦ Καμπανίτου φέρονται μετὰ πολλῆς
καὶ ἄκρας εὐλαβείας πρὸς αὐτήν. Ὤ! ἄν,
ὦ πάτερ μου, τὸν νέον τοῦτον ἔβλεπες
κ' ἐγνώριζες ἐγγύθεν! Εἶν' ἀδύνατον
ποτὲ νὰ φαντασθῇ τις τὴν εὐγένειαν,
τὴν χάριν, τὴν ὡραίαν συμπεριφοράν,
τοὺς λόγους καὶ τοὺς τρόπους, τὰ αἰσθήματα,
μὲ ἕνα λόγον τὴν καρδίαν τὴν χρυσῆν
αὐτοῦ τοῦ Καμπανίτου.

ΔΟΞΑΠΑΤΡΗΣ

Ὅ,τι ἤκουσα
τῆς ἀκοῆς μου εἶν' ἀπάτη βέβαια,
Μαρία. Σὲ παρήκουσα, ὦ κόρη μου.
Εἰπέ μοι πάλιν τίνος;

ΜΑΡΙΑ

Τοῦ αὐθέντου τοῦ
Μορέως.

ΔΟΞΑΠΑΤΡΗΣ

Ἕως τώρα δὲν ἐγνώριζα
αὐθέντην τοῦ Μορέως. Δόξα σοι, Θεέ,
ὅτ' ἠξιώθην τώρα εἰς τὸ γῆράς μου
νὰ ἔλθῃ ὄχι ἄλλος, ἀλλ' ἡ κόρη μου
νὰ μὲ διδάξῃ, ὅτι ὁ Μορέας, ὤ!
ἀπέκτησεν αὐθέντην! Δόξα σοι, Θεέ!

ΜΑΡΙΑ

Μὲ κάμνεις, πάτερ μου, νὰ τρέμω.

ΔΟΞΑΠΑΤΡΗΣ

Ὄχι δά!
ἀφόβως δίδαξόν με ὅσα ἀγνοῶ.
Τίς εἶνε ὁ αὐθέντης τοῦ Μορέως; τίς;

ΜΑΡΙΑ

Ὁ Γουλιέλμος Καμπανίτης.

ΔΟΞΑΠΑΤΡΗΣ

Ἀληθῶς;
Τῶν ἀτειχίστων τοῦ Μορέως πόλεων,
κομῶν καὶ πολιχνίων ὁ ἀναίμακτος κατακτητής;

ΜΑΡΙΑ

Ἀναίμακτος κατακτητής;
Πλὴν δι' αὐτὸ δὲν εἶνε ἀξιόμεμπτος,
νομίζω, πάτερ, χριστιανικὴν ἐὰν
καρδίαν ἔχων, φείδεται τοῦ αἵματος
χριστιανῶν ἀνθρώπων ὁ Χριστιανός.

ΔΟΞΑΠΑΤΡΗΣ

Χριστιανῶν ἀνθρώπων ὁ Χριστιανός;!
Ἰδοὺ καὶ ἄλλο ἔτι σπουδαιότερον
μανθάνω. Ἔχεις δίκαιον, Μαρία μου.
Ἡμεῖς εἴμεθα ξύλα ἀπελέκητα
οἱ γέροντες, ἐν ᾧ ἀπ' ἐναντίας σεῖς,
ὁ νέος κόσμος, τόσα νέα πράγματα
μανθάνετ' ὀσημέραι. Ὁ κρονόληρος
ἐγὼ ἐθάῤῥουν, ὅτι οἱ λῃσταὶ αὐτοὶ
ἱππόται ἦσαν ἄπιστοι, αἱρετικοί,
τοῦ ἀντιχρίστου Πάπα δοῦλοι, τοῦ
ἀναθεματισμένου καὶ ἀφωρισμένου. Σὺ
γνωρίζεις, ὅτι εἶνε ἁγιώτατοι
χριστιανοί. Ἂς ἔχῃ δόξαν ὁ Θεός!

ΜΑΡΙΑ

Ἐὰν δὲν ἦσαν, πάτερ μου, χριστιανοί,
πῶς τόσοι βασιλεῖς μας εὐσεβέστατοι
τὰς θυγατέρας τόσων συνεζεύχθησαν
δουκῶν καὶ βασιλέων ἐκ τῆς Δύσεως;
Ἡ σύζυγος τοῦ Δούκα καὶ βασίλισσα
δὲν ἦτο κόρη τοῦ δουκὸς τῶν Νορμανδῶν,
Ῥοβέρτου τοῦ Γυισκάρδου; Ἡ βασίλισσα
ἡ Μαργαρίτα, σύζυγος τοῦ Ἰσαάκ,
δὲν ἦτο κόρη βασιλέως δυτικοῦ
τῆς Οὑγγαρίας; Ἡ βασίλισσα Ἀγνή,
τοῦ Ἀλεξίου Κομνηνοῦ ἡ σύζυγος,
Γαλλὶς δὲν εἶνε, κόρη τοῦ ῥηγὸς αὐτοῦ
τῶν Φράγκων Λουδοβίκου;

ΔΟΞΑΠΑΤΡΗΣ

Ἀμφιβάλλω, ἂν
μὲ τόσην εὐκολίαν καὶ ἀκρίβειαν
ν' ἀποστηθίσῃς δύνασαι τὸ σύμβολον
τῆς πίστεως, μὲ ὅσην ἀπεστήθισας
τὸν βδελυρὸν κατάλογον τῶν βδελυρῶν
ἀνοσιουργημάτων, μ' ὅσα οἱ πιστοὶ
καὶ εὐσεβεῖς σου βασιλεῖς ἐμόλυναν
τὸν θρόνον τὸν Καισάρων κ' ἐβεβήλωσαν.
Πλὴν δι' αὐτὸ κ' ἡ θεία εὕρηκεν ὀργὴ
αὐτοὺς τοὺς ἀνοσίους, κ' ἐξ αἰτίας των
τὸ ἔθνος τῶν Ῥωμαίων τὸ πολυπαθές.
Τῆς βασιλείας ἔκπτωτοι οἱ Κομνηνοὶ
τῇδε κἀκεῖσε δίκην τυχοδιωκτῶν
πλανῶνται διὰ τοῦτο, κ' εἰς τὸν θρόνον νῦν
τοῦ Κωνσταντίνου κάθηται ἀγέρωχος
εἷς κόμης τῆς Φλανδρίας, εἷς αἱρετικός,
ὁ Βαλδουῖνος. Οἱ δ' ἐπίλοιποι ἡμεῖς
Ῥωμαῖοι, καὶ σὺ βλέπεις τὸ τί πάσχομεν.
Σκωληκιῶντα ἄρτον καὶ ἀκάθαρτα
τρώγομεν ζῷα, ἵνα προστατεύσωμεν
τὴν χώραν τῆς πατρίδος μας πρὸς τοὺς λῃστὰς
τῆς Δύσεως, καὶ ὅπερ τὸ δεινότερον,
τὴν πίστιν τῶν πατέρων μας τὴν ἱερὰν
ὑβριζομένην ὑπερασπιζώμεθα
ὄχι κατὰ τῶν Φράγκων, ἀλλὰ κατ' αὐτῶν
τῶν τέκνων τῶν ἰδίων μας!

ΜΑΡΙΑ

Ὦ πάτερ μου,
τὴν πίστιν τὴν ἁγίαν μου δὲν ὕβρισα
ἐγώ· τῆς βλασφημίας ταύτης ἄπαγε!
Σὲ εἶπα μόνον, ὅτι καὶ οἱ δυτικοὶ
χριστιανοί 'νε, διὰ τοῦτο καὶ πολλοὶ
Ῥωμαῖοι δυτικὰς γυναῖκας ἔλαβον
καὶ τοὐναντίον.

ΔΟΞΑΠΑΤΡΗΣ

Ἄ! ἂν δὲν λανθάνωμαι,
τὴν ἔννοιαν τῶν λόγων σου ἐμάντευσα,
ἀγαπητή μου κόρη. Εἶσαι πρὸ πολλοῦ
εἰς ὥραν γάμου.

ΜΑΡΙΑ

Πάτερ, σὲ παρακαλῶ-

ΔΟΞΑΠΑΤΡΗΣ

Τὴν προσεχῆ Δευτέραν, σήμερον ὀκτώ,
εἰκοσιτρεῖς τοῦ τρέχοντος, ἀνήμερα
τ' ἁγίου Γεωργίου, τοὺς δεκαοκτὼ
χρόνους σωστὰ τοὺς κλείεις πλέον, καὶ πατεῖς
εἰς τοὺς δεκαεννέα σου. Διέρχεσαι
τῆς ἡλικίας νῦν τὴν πλέον κρίσιμον
στιγμήν, καὶ ἡ καρδία σου ἡ τρυφερά,
ὡς ῥόδον τῆς ἀνοίξεως, τὰ φύλλα της
ὀργᾷ ν' ἀνοίξῃ πρὸς τὴν πρώτην φαεινὴν
καὶ θάλπουσαν ἀκτῖνα τοῦ ἐαρινοῦ
ἡλίου. Τοῦτο εἶνε φυσικόν. Ἀλλὰ
εἰς τὸν καιρόν μας, ἐπειδὴ ὁ ἥλιος
ἀνέτελλεν ἐντεῦθεν, ἐξ ἀνατολῶν,
τὰ νέα ῥόδα τότε πρὸς ἀνατολὰς
ἐστρέφοντο κ' ἐζήτουν ἐξ ἀνατολῶν
τὸ φῶς. Πλὴν τώρα ὅλα ταῦτα ἐσκωρίασαν,
τὸ βλέπω· μετεβλήθ' ἡ φύσις σύμπασα,
καὶ πιθανὸν αἱ νέαι σεῖς ν' ἀνεκαλύψατε,
ὅτι ἐκεῖθεν ἀνατέλλει, ἐκ δυσμῶν,
ὁ ἥλιος. Ἂν, χάριν παραδείγματος,
ὁ ἐσκωριασμένος εἰς τὴν θέσιν σου
ἤμην ἐγώ, τὸ βλέμμα μου θὰ ἔστρεφα
πρὸς νέον καὶ ὡραῖον καὶ εὐπαίδευτον,
κ' ἐξ οἴκου τοῦ Μορέως καταγόμενον
ἀρχαίουκ' ἐπισήμου, καὶ ἐν τῇ αὐλῇ
τοῦ Βυζαντίου ὡς ἀξιωματικὸν
διὰ πολλῶν ἐτῶν εὐδοκιμήσαντα,
πρὸ πάντων δὲ ὁμογενῆ χριστιανόν,
ὁποῖος εἶνε, ὡς ἐν παραδείγματι,
ὁ Ἄγγελος ὁ Φιλανθρωπινός. Ἀλλὰ
ὁ Ἄγγελος δὲν εἶνε σιδηρόφρακτος
ἱππότης νὰ σ' ἀρέσῃ. Ἴσως ἔπνευσεν
ἐσχάτως ζωογόνος αὔρα ἐκ δυσμῶν
ἐντὸς τῆς κεφαλῆς σου, ἐξαέρισε
τῶν παλαιῶν σου τὸν εὐρῶτα ἰδεῶν,
κ' ἐστράφη ὄχι πρὸς ἀνατολὰς ἀλλὰ
πρὸς δύσιν ἡ καρδία σου, ἐκεῖθεν φῶς
ἐκδεχομένη. Ἴσως δὲ καὶ ἤνοιξε
τὰ φύλλα της τὸ βλέμμα ἤδη κανενὸς
ἱππότου, τοῦ ὁποίου εἶν' ἀδύνατον
ποτὲ νὰ φαντασθῇ τις τὴν εὐγένειαν,
τὴν χάριν, τὴν ὡραίαν συμπεριφοράν,
τοὺς λόγους καὶ τοὺς τρόπους, τὰ αἰσθήματα,
μὲ ἕνα λόγον τὴν καρδίαν τὴν χρυσῆν!

ΜΑΡΙΑ

Ὦ πάτερ μου!

ΔΟΞΑΠΑΤΡΗΣ

Ὦ κόρη μου! βλέπεις αὐτό; (Ἐξαγαγὼν ἐκ τῆς ζώνης του ἐγχειρίδιον.)
Ἀκόμη μέχρι σήμερον τὸ καθαρὸν
τῶν Βουτσαράδων αἷμα δὲν ἐμόλυνεν
ἀλλόφυλος καὶ ἄπιστος. Ἂν ἑκατὸν
υἱοὺς καὶ θυγατέρας εἶχον, κ' ἤρχετο
νὰ μὲ ζητήσῃ Φράγκος ἓν τῶν τέκνων μου
τῶν ἑκατὸν εἰς γάμον, προῖκα φέρων μοι
τῆς οἰκουμένης ὅλης τὸ βασίλειον,
θὰ τὸ ἠρνούμην· ἤ, ἂν παρὰ γνώμην μου
τὸ τέκνον μου ἐδέχετο, μὲ τοῦτό μου
ἐγὼ τὸ ἐγχειρίδιον θὰ ἔχυνα
τὸ μολυνθέν του αἷμα. Ἡ μονογενὴς
θυγάτηρ σὺ τοῦ μόνου εἶσαι Βουτσαρᾶ.
Στάθμησον τοῦτο εἰς τὰς φρένας σου καλῶς. (Εἰσέρχεται ἀξιωματικός τις).

ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΟΣ

Οἱ Φράγκοι πλησιάζουν εἰς τὰ τείχη μας
πανστρατιᾷ πεζοί τε καὶ ἱππεῖς.

ΔΟΞΑΠΑΤΡΗΣ

Καλῶς
νὰ ἔλθουν. Εἰς τὰς θέσεις των οἱ φύλακες.
Τοῦ Καλοκύρη ἡ φρουρὰ εἰπὲ εὐθὺς
τὸν προμαχῶνα τοῦ προφήτου Ἠλιοὺ
νὰ καταλάβῃ. Ἡ φρουρὰ τοῦ Δροσινοῦ
τὸν Ἅγιον Νικόλαον· τὸν Πρόδρομον
ὁ Θεοδούλης. Εἰς τὰ ὅπλα ὁ στρατός. (Εἰσέρχεται ὁ Ἄγγελος Φιλανθρωπινός).
Ὁ Ἄγγελός μου; Καλῶς ἦλθες, φίλτατε!

ΦΙΛΑΝΘΡΩΠΙΝΟΣ

Νὰ σ' ἀτενίσω, στρατηγέ μου, δὲν τολμῶ.
Ἀντὶ τὴν ὥραν ταύτην εἰς τὸ σπήλαιον
πλησίον τῶν φιλτάτων σου νὰ ἀγρυπνῶ
φρουρὸς πιστὸς καὶ φύλαξ, εἰς τὸ φρούριον
μὲ βλέπεις αἴφνης.

ΔΟΞΑΠΑΤΡΗΣ

Ἔσο, φίλε, ἥσυχος.
Ἑκὼν γνωρίζω ὅτι δὲν ὑπέστρεψας.
Μ' εἶνε γνωστὰ τὰ πάντα, ὅτ' εἰς τῶν ἐχθρῶν
τὰς χεῖρας εὗρες ἤδη τοὺς οἰκείους μου,
τὸ σπήλαιον, καὶ ὅτι σὲ συνέλαβεν
ὁ Καμπανίτης.

ΦΙΛΑΝΘΡΩΠΙΝΟΣ

Δίχως ὁ ἀπάνθρωπος
νὰ μὲ φονεύσῃ μᾶλλον!

ΔΟΞΑΠΑΤΡΗΣ

Μὴ παραφορὰς
ἀνωφελεῖς, υἱέ μου. Τὴν καρδίαν σου
γνωρίζω.

ΦΙΛΑΝΘΡΩΠΙΝΟΣ

Καὶ ἐνταῦθα μ' ὑπεχρέωσε
συνωδευμένος μὲ ἱππότας ἄπρακτος
νὰ ἐπιστρέψω.

ΔΟΞΑΠΑΤΡΗΣ

Ὅπου κἂν τὸ ἥμισυ
τῆς ἐντολῆς, δι' ἣν σὲ ἐξαπέστειλα,
θ' ἀναδεχθῇς, ἐλπίζω.

ΦΙΛΑΝΘΡΩΠΙΝΟΣ

Πῶς;

ΔΟΞΑΠΑΤΡΗΣ

Φρουρῶν ἐδῶ,
ὡς κόρην ὀφθαλμοῦ σου, εἶμαι βέβαιος,
τοῦ θησαυροῦ, ὃν εἶχα εἰς τὸ σπήλαιον
κρυμμένον, τὸ ἓν ἥμισυ - αὐτὸν ἐδῶ
τὸν τολμηρὸν δραπέτην τοῦ σπηλαίου.

ΦΙΛΑΝΘΡΩΠΙΝΟΣ


Θεέ μου! Εἶνε δυνατόν; Ἡ δεσποινὶς
ἐδῶ Μαρία;

ΜΑΡΙΑ

Φίλε, καλῶς ἤλθετε.

ΦΙΛΑΝΘΡΩΠΙΝΟΣ

Εἰς τὰς διαταγάς σου, γενναιότατε,
ἀφοσιοῦμαι ὅλος. (Ὁ Δοξαπατρῆς ἐξέρχεται).
Ἐὰν δι' αὐτὸν
τοῦ θησαυροῦ τὸ ἥμισυ, ὤ! δι' ἐμὲ
ὁ εἷς καὶ μόνος εἶνε ἀνεκτίμητος
ἐπὶ τοῦ κόσμου θησαυρὸς ἡ δεσποινὶς
Μαρία.

ΜΑΡΙΑ

Εἶσθε λίαν ἔτι πρόσφατος
ἐκ τῆς αὐλῆς τοῦ Βυζαντίου, κύριε.

ΣΚΗΝΗ Ε΄.

(Ἐκτὸς τοῦ σπηλαίου. Νύξ).

ΔΑΙΜΟΝΟΓΙΑΝΝΗΣ κατακεκλιμένος χαμαὶ καὶ ΒΑΣΙΛΙΚΗ

ΒΑΣΙΛΙΚΗ

Καὶ δὲν μοῦ λές, στὸ Θεό σου, Γιάννη, τί ἔχεις ἀπόψε;

ΔΑΙΜΟΝΟΓΙΑΝΝΗΣ

Τὰ φεγγαριάτικά μου.

ΒΑΣΙΛΙΚΗ

Ἡ γῆ εἶνε βρεγμένη, ἀγάπη μου, κάνει ψύχρα. Θὰ κρυώσῃς, θ' ἁρπάξῃς καμμιὰ πλευρίτιδα, καὶ θὰ ἔχω πάλιν τρεχάματα.

ΔΑΙΜΟΝΟΓΙΑΝΝΗΣ

Μοῦ κάνεις τὴ χάρι νὰ τὰ ἔχῃς τώρα τὰ τρεχάματα, νὰ πᾷς νὰ καθίσῃς μέσα, καὶ νὰ λείψῃς ἀπὸ τὸ κεφάλι μου.

ΒΑΣΙΛΙΚΗ

Θὰ κρυώσῃς, ἀγάπη μου.

ΔΑΙΜΟΝΟΓΙΑΝΝΗΣ

Ἔλα ὀπίσω μου, Σατανᾶ!

ΒΑΣΙΛΙΚΗ

Τὸ βλέπω τώρα, ἔπαυσες πλέον νὰ μὲ ἀγαπᾷς.

ΔΑΙΜΟΝΟΓΙΑΝΝΗΣ

Θὰ σηκωθῶ ἀπάνω, καὶ θὰ σὲ χειροτονήσω ἀρχόντισσα Δοξαπατρῆ.

ΒΑΣΙΛΙΚΗ

Δὲν εἶμαι πλέον ἡ ζωή σου, τὸ φῶς σου, ἡ πολυαγαπημένη καὶ πολυλατρευμένη σου Βασιλική.

ΔΑΙΜΟΝΟΓΙΑΝΝΗΣ

Μωρὴ στρίγλα, δὲν ἀκοῦς ἀπόψε; Θὰ σηκωθῶ ἀπάνω καὶ θὰ σὲ χειροτονήσω ἀρχόντισσα κυρὰ Σοφία· ὅπου θὰ πῇ θὰ πιάσω ἕνα ξύλο καὶ θὰ κάνω τὸ κεφάλι σου δοξαπατρὶ νὰ πίνουν μέσα αἱ ὄρνιθες νερό. (Ἡ Βασιλικὴ ἀπέρχεται. Μόνος). Τὴ παλῃοστρίγλα! πῶς μ' ἐφορτώθηκε δευτεριάτικ' ἀπόψε, ἀλήθεια κι' ἀλήθεια. Πάρε, λέγει, γυναῖκα, νὰ δῇς ἀγαλλίαση καὶ προκοπή! Δὲν λέγει· πάρε γυναῖκα, νὰ φορτωθῇς διάβολο ζωντανὸ στὴ ῥάχι σου! Ἔλα ὅμως πάλιν ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος, ὅταν εἶσαι νέος, ποῦ χορεύει ὁ διάβολος μέσα σου τὸν Καλαματιανό! Τί νὰ κάνῃς; Νὰ σοῦ πῶ τὴν ἀλήθεια, τὸ καλίτερο πρᾶμμα ποῦ ἔχει νὰ κάνῃ ἕνας φτωχὸς σὰν κ' ἐμένα, εἶνε νὰ πά' νὰ γείνῃ εὐνοῦχος σὲ κανένα παλάτι. Μ' αὐτὸν τὸν τρόπο, ἀδερφέ, γλυτώνεις καὶ ἀπὸ τὸν ἕνα διάβολο, καὶ ἀπὸ τὸν ἄλλο ποῦ θὰ φορτωθῇς ἔπειτα στὴ ῥάχι σου. (Ἐπανέρχεται ἡ Βασιλικὴ φέρουσα σκέπασμα, ὅπερ προσφέρει εἰς τὸν Δαιμονογιάννην).

ΒΑΣΙΛΙΚΗ

Πάρε κἂν αὐτὴ τὴν βελέντζα νὰ σκεπασθῇς. (Ὁ Δαιμονογιάννης ἁρπάζει τὸ σκέπασμα καὶ ῥίπτει αὐτὸ εἰς τὸ πρόσωπον τῆς Βασιλικῆς). Καὶ δὲ μοῦ λὲς, Γιάννη, τί σκοποὺς ἔχεις ἀπόψε; νὰ πλευριτώσῃς θέλεις χωρὶς ἄλλο;

ΔΑΙΜΟΝΟΓΙΑΝΝΗΣ

Νὰ πλευριτώσω, λέγει; Κεφάλι ποῦ τὸ 'χει! νὰ πλευριτώσω! Ὄχι δὲν ἔχω σκοπὸ νὰ πλευριτώσω· σκοπὸ ἔχω νὰ μείνω ἐδῶ ὅλη τὴ νύχτα κατάχαμα, ὡς ποῦ νὰ ψοφήσω - μὲ καταλαβαίνεις τώρα, κοκώνα μου; ὡς ποῦ νὰ ψοφήσω, νὰ σκάσω σὰν τὸ σκυλλί. Νὰ τί λογῆς πλευρίτωμα σκοπεύω νὰ κάνω.

ΒΑΣΙΛΙΚΗ

Χριστὸς καὶ Παναγία! Τί ἔπαθες ἀπόψε, ἄνθρωπε τοῦ Θεοῦ;

ΔΑΙΜΟΝΟΓΙΑΝΝΗΣ

Τί ἔπαθα; Νόστιμη ἐρώτησις! τί ἔπαθα; Ὅ,τι ἔπαθα, τὸ ἔπαθα ἀπὸ τὸ κεφάλι μου. Καὶ λοιπὸν τώρα θέλω ν' ἀνταμείψω, νὰ πληρώσω τὸ κεφάλι μου· θέλω ἀπόψε νὰ κάνω νὰ πάθῃ τὸ κεφάλι μου, ὅ,τι αὐτὸ μ' ἔκανε νὰ πάθω.

ΒΑΣΙΛΙΚΗ

Καλέ τί ἔπαθες, Γιάννη μου; Καλέ, σὺ παραλαλεῖς, ἄνθρωπε!

ΔΑΙΜΟΝΟΓΙΑΝΝΗΣ

Ἔννοια σου, μάτια μου, καὶ δὲν παραλαλῶ. Σὲ λέγω πῶς ἀπόψε θὰ πληρώσω - καὶ καταλαβαίνεις; ἀρχοντικά, μὲ τὸ παραπάνω - τὸ κεφάλι μου. Ὅπου θὰ πῇ, θὰ κάνω ἀπόψε τὸ κεφάλι μου νὰ πάθῃ ὅ,τι αὐτὸ τὸ κεφάλι μου - νὰ! τὸ βλέπεις; αὐτὸ τὸ κούφιο, τὸ ξερὸ κεφάλι μου (τύπτεται τὴν κεφαλήν) - μ' ἔκανε νὰ πάθω. (Ἐγερθεὶς ἐν βίᾳ). Καταλαβαίνεις, μωρὴ στρίγλα, τί θὰ ποῦν ὅλα αὐτά; Θὰ ποῦν πῶς εἰς τὸ ἑξῆς ἡ ζωή μου κατήντησε ἀνυπόφορη. Εἶμαι ἕνας - προδότης! - Λοιπόν, ἐμπρός! Ἄνοιξε, περιστεροῦλά μου, ταῖς φτερούγαις σου καὶ πήγαινε κατὰ διαβόλου. Ἐμπρός, ἄνοιξε, βαρκοῦλά μου, τ' ἄρμενά σου, καὶ τράβα πελάγου· τράβα πελάγου, σὲ λέγω, καὶ ἄφες μας τὸ λιμένα ἐλεύθερο νὰ βολτατζάρωμε μὲ τὴ σαπιοσακολέβα μας. Ἐμπρός, σὲ λέγω. Τράβα τὸ κάῤῥο σου μὲ ταῖς ἀκαθαρσίαις γλήγορα, τράβα κάμπου, καὶ ἄφες μας τὸν τόπο καὶ τὸν ἀέρα ἐλεύθερο νὰ βλέπωμε τὸν οὐρανὸ μὲ τ' ἄστρα. Αἴ, στρίγλα, ἀκοῦς ἢ ὄχι;

ΣΚΗΝΗ ΣΤ΄.

ΟΙ ΠΡΟΛΑΒΟΝΤΕΣ καὶ ΣΟΦΙΑ

ΣΟΦΙΑ

Βασιλική, τί ἔγεινεν ἡ Μαρία;

ΒΑΣΙΛΙΚΗ

Καὶ πῶς; δὲν εἶνε μέσα; Ἐγὼ ἐθαῤῥοῦσα πῶς ἦταν μέσα. Φαίνεται πῶς πῆγε πάλιν εἰς τὸ δάσος καὶ περιπατεῖ μόνη κατὰ τὴ συνήθειά της.

ΣΟΦΙΑ

Ὁρίστ' ἐκεῖ πέρα. Καὶ τὴν ἀφίνεις λοιπὸν σὺ νὰ γυρίζῃ μόνη της εἰς τὸ δάσος; Πήγαινε γρήγορα καὶ φώναξέ την νὰ ἔλθῃ μέσα. (Ἡ Βασιλικὴ ἀπέρχεται εἰς τὸ δάσος). Τί ἔμαθες, Γιάννη, περὶ τοῦ Φιλανθρωπινοῦ;

ΔΑΙΜΟΝΟΓΙΑΝΝΗΣ

Κυρία, καθὼς σᾶς εἶχα προείπῃ, συνελήφθη ἀπὸ ἕνα σταυροφόρον, κατὰ τοῦ ὁποίου εἶχε ξεσπαθώσῃ, καὶ θὰ διέφευγε βέβαια τὰς χεῖράς του, ἂν δὲν ἔφθαναν καὶ οἱ ἄλλοι φύλακες ἀπὸ τὰ πέριξ. Τὸν συνέλαβαν λοιπὸν καὶ τὸν παρέδωκαν εἰς τὸν Καμπανίτη. Ἀλλὰ πρὸ ὀλίγου ἔμαθα πῶς ὁ Καμπανίτης τοῦ ἐχάρισε τὴ ζωή, καὶ τὸν ἀπέλυσε ἐλεύθερον νὰ ὑπάγῃ εἰς τὸ φρούριον.

ΣΟΦΙΑ

Δόξα σοι ὁ Θεός. (Ἐξέρχεται).

ΣΚΗΝΗ Ζ΄.

ΒΑΣΙΛΙΚΗ σπεύδουσα καὶ ἔντρομος.

ΒΑΣΙΛΙΚΗ

Ὤ δυστυχία μου! δυστυχία μου! Ἐχάθηκε ἡ Μαρία. Ἄκουσε νὰ σοῦ πῶ ἕνα μυστικό. Φοβοῦμαι μήπως ἔφυγε μὲ τὸν Καμπανίτη, ὅπου ἔρχεται κάθε βράδυ καὶ συνομιλεῖ μαζί της εἰς τὸ δάσος.

ΔΑΙΜΟΝΟΓΙΑΝΝΗΣ

Τί θὰ πῇ αὐτό; Ὁ Καμπανίτης μὲ τὴ Μαρία;

ΒΑΣΙΛΙΚΗ

Ἀλλοίμονον! Σὺ ἀκόμη δὲν ἠξεύρεις ὅλη τὴ δυστυχία μας. Ἡ Μαρία ἀγαπᾷ τὸν Καμπανίτη.

ΔΑΙΜΟΝΟΓΙΑΝΝΗΣ

Οὐράνιαι δυνάμεις! Ὕψιστε Κύριε! Ἡ Μαρία - πῶς; τί εἶπες; - ἡ Μαρία ἀγαπᾷ τὸν Καμπανίτη;

ΒΑΣΙΛΙΚΗ

Ναί, ἡ Μαρία ἀγαπᾷ τὸν Καμπανίτη.

ΔΑΙΜΟΝΟΓΙΑΝΝΗΣ (παράφορος).

Λοιπόν, Ἑωσφόρε, λοιπόν, Ἰσκαριώτη, μὲ τὰ σωστά σου λοιπὸν ἐβάλθηκες νὰ μ' ἐξολοθρεύσῃς. Εἰπέ μου, θὰ ἔλθῃ καὶ ἀπόψε ὁ Καμπανίτης;

ΒΑΣΙΛΙΚΗ

Ἐὰν ὡς τώρα δὲν ἦλθε, θὰ ἔλθῃ.

ΔΑΙΜΟΝΟΓΙΑΝΝΗΣ

Δόξα σοι, Θεέ μου! Ἀλάφρωσα ἀπὸ τὸ βάρος μου· ἀνασαίνω τώρα ἐλεύθερα, ἐτελείωσαν τὰ βάσανά μου· πήγαινε Βασιλική, ἄφες με μονάχο· τώρα εἶμαι καλά.

ΒΑΣΙΛΙΚΗ

Τί θὰ πῇ καλὰ εἶσαι; Ἀγρίεψαν τὰ μάτια σου. Τί θὰ κάμῃς;

ΔΑΙΜΟΝΟΓΙΑΝΝΗΣ

Ἀπόψε ἐτελείωσε· θὰ σκοτώσω τὸν Ἰσκαριώτη αὐτὸν, τὸν Καμπανίτη.

ΒΑΣΙΛΙΚΗ

Δι' ὄνομα Θεοῦ, δι' ὄνομα Θεοῦ, μὴ τολμήσῃς. Τὴν ἰδία στιγμὴ ἐσκότωσες καὶ τὴ Μαρία. Σὺ λοιπὸν δὲν γνωρίζεις ἕως ποῦ φθάνει ἡ δυστυχία μας. Ἡ Μαρία τρελλαίνεται διὰ τὸν Καμπανίτη· τὸν ἀγαπᾷ ὡς τρελλή.

ΔΑΙΜΟΝΟΓΙΑΝΝΗΣ

Ἀλλοίμονον, ἀλλοίμονον, κόρη μου Μαρία!

ΣΚΗΝΗ Η΄.

(Τὸ φρούριον τοῦ Ἀρακλόβου. Εἰς τὰ τείχη του σημαία φραγκική).

ΚΑΜΠΑΝΙΤΗΣ καὶ ΒΙΛΛΑΡΔΟΥΙΝΟΣ


ΒΙΛΛΑΡΔΟΥΙΝΟΣ

Τὸν Γουλιέλμον Καμπανίτην σήμερον
αὐθέντην τοῦ Μορέως πάντως δύναμαι
νὰ χαιρετίσω. Ἔχεις εἰς τὰς χεῖράς σου
τὸ φρούριον τῶν Σκόρτων τὸ Ἀράκλοβον,
τὸ τέως νομιζόμενον ἀπόρθητον,
καὶ ἤδη εἰς τὰ τείχη του λατινικὴ
σημαία κυματίζει. Ὁ Δοξαπατρῆς,
αὐτὸς τῶν ἐγχωρίων ἀντιπάλων σου
ὁ πλέων πείσμων καὶ ἀνδρεῖος, ἡττηθεὶς
τῆς Ὑψηλότητός σου ἀνεγνώρισε
τὸ κράτος ἑκὼν ἄκων, καὶ δὲν ἔμεινεν
ἐκ τοῦ Μορέως, εἰμὴ ἡ παράλιος
Μονεμβασία πλέον πρὸς ἐκπόρθησιν.
Ἀλλὰ καὶ ταύτην ὁ ἀποκλεισμὸς μηνῶν
ὀλίγων μόνον θέλει εἰς τὰς χεῖράς σου
τὴν παραδώσῃ, ἔσο πάντη βέβαιος.

ΚΑΜΠΑΝΙΤΗΣ

Βιλλαρδουῖνε, ἐκ ψυχῆς σ' εὐχαριστῶ.
Ὡς μέχρι τοῦδε, οὕτω καὶ εἰς τὸ ἑξῆς
εἰς τοῦ Ὑψίστου μόνον τὴν ἀντίληψιν
ἐλπίζω.

ΒΙΛΛΑΡΔΟΥΙΝΟΣ

Πρὸ ὀλίγου, Ὑψηλότατε,
ἐκ Καμπανίας ἔφθασαν ἀπόστολοι,
καὶ τὰς διαταγάς σου περιμένουσι
νὰ παρουσιασθῶσιν.
Ἂς εἰσέλθωσιν. (Ἐξέρχεται ὁ Βιλλαρδουῖνος καὶ προσκαλεῖ τοὺς ἐκ Καμπανίας ἀπεσταλμένους, οἵτινες καὶ εἰσέρχονται).
Συμπατριῶται φίλοι, καλῶς ἤλθετε.
Ἐκ τῆς πατρίδος τί εἰδήσεις φέρετε;

ΑΠΕΣΤΑΛΜΕΝΟΙ

Μὲ θλῖψίν μας μεγάλην, Ὑψηλότατε,
καὶ μὲ καρδίας συντριβὴν σᾶς φέρομεν
τοῦ ἀδελφοῦ σας Κόμητος τὸν θάνατον.

ΚΑΜΠΑΝΙΤΗΣ

Ὦ δυστυχία! Πότε, πῶς ἀπέθανεν
ὁ δυστυχής μου ἀδελφός;

ΑΠΕΣΤΑΛΜΕΝΟΙ

Τὰ γράμματα
αὐτὰ διαλαμβάνουν τὰ καθ' ἕκαστα. (Τῷ ἐγχειρεῖ τις αὐτῶν γράμματα, ἅτινα ὁ Καμπανίτης ἀποσφραγίζει.)
Οἱ ἄρχοντες τοῦ τόπου, Ὑψηλότατε,
καὶ ὅλη ἡ κοινότης σᾶς προσφέρουσι
τὰ ταπεινά των δι' ἡμῶν σεβάσματα.
Καὶ ἡ Μεγαλειότης του, ὁ συγγενὴς
τοῦ οἴκου σας, ὁ χριστιανικώτατος
τῶν Γάλλων βασιλεὺς Φίλιππος Αὔγουστος
τὴν θλῖψιν τὴν βαθεῖαν τῆς βασιλικῆς
καρδίας του ἐκφράζει δι' ἡμῶν πρὸς σᾶς,
καὶ τοὺς ἀδελφικούς του πέμπει ἀσπασμούς.
Οἱ συγγενεῖς σας ἅπαντες, οἱ ἄρχοντες
τοῦ τόπου ἅπαξ ἅπαντες, οἱ κάτοικοι
μικροὶ μεγάλοι, κ' ἡ Μεγαλειότης του
θερμῶς καὶ ἐπιμόνως σᾶς παρακαλοῦν
τὴν οἴκαδ' ἔλευσίν σας νὰ ταχύνετε,
τῆς Καμπανίας ὅπως τὴν κυβέρνησιν
ὡς φυσικὸς σεῖς λάβητε διάδοχος.

ΚΑΜΠΑΝΙΤΗΣ

Βιλλαρδουῖνε, κάλεσον τῶν ἱπποτῶν
τοὺς πρώτους κ' ἐπισήμους νὰ συνέλθωσι. (Ὁ Βιλλαρδουῖνος ἐξέρχεται. Ὁ Καμπανίτης ἀναγινώσκει τὰ γράμματα περίλυπος, ἕως οὗ συνέρχονται οἱ ἀξιωματικοί.)

ΣΚΗΝΗ Θ΄.

ΟΙ ΠΡΟΛΑΒΟΝΤΕΣ καὶ ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΟΙ

ΚΑΜΠΑΝΙΤΗΣ

Συστρατιῶται φίλοι καὶ συνάδελφοι,
ἐπικαλοῦμαι μάρτυρα τὸν Ὕψιστον
εἰς τὴν βαθεῖαν θλῖψιν τῆς καρδίας μου
διὰ τὴν αἰφνιδίαν ἀποβίωσιν
τοῦ προσφιλοῦς μου ἀδελφοῦ καὶ κόμητος.
Καὶ δεύτερον μεγάλως, φίλοι, θλίβομαι
μὴ δυνηθεὶς εἰς πέρας τὴν κατάκτησιν
νὰ φέρω τοῦ Μορέως, ὅπως ἤλπιζον.
Εἰς τὴν φωνὴν ἀνάγκη τῆς πατρίδος μου
νὰ ὑπακούσω οἴκαδε καλούσης με·
ἀνάγκη, φίλοι, νὰ σᾶς ἀποχωρισθῶ.
Ἀλλὰ πρὶν τούτου χρέος ἔχω ἱερόν,
συστρατιῶται, τὴν εὐγνωμοσύνην μου
νὰ σᾶς ἐκφράσω ἀπὸ βάθους τῆς ψυχῆς
διὰ τὴν ἔξοχόν σας γενναιότητα,
τὴν τόλμην, τὴν ἀνδρίαν, τὴν εὐπείθειαν,
διὰ τὰς ἀρετάς σας πάσας, αἵτινες
εἰς τοῦ ἱππότου τ' ὄνομα σέβας, τιμὴν
καὶ δόξαν προσεποίησαν, δι ὧν καί, ἂν
ἐπράχθη τι, διέπραξα. Κ' ἐπράχθη τι
ἀναντιῤῥήτως. Εἰς ὑμᾶς ὑπόκειται
καὶ τῶν λοιπῶν, ἱππόται, ἡ κατόρθωσις,
ἐξ ὧν εἰς σᾶς μὲν πλοῦτος, δόξα, δύναμις,
ἀΐδιον δὲ κλέος εἰς τὴν φίλην μας
Γαλλίαν, ἄπερ εὔχομαι ἀπὸ ψυχῆς.
Τὸν χάρτην τοῦτον λάβετε. Ἐντὸς αὐτοῦ
ὡρίσθη ἡ εἰς ἕκαστόν σας παρ' ἐμοῦ
δοθεῖσα μοῖρα τῆς κατακτηθείσης γῆς.
Βιλλαρδουῖνε, φίλε πρωτοστάτορ μου,
πρὸς σὲ τὸν λόγον στρέφω νῦν. Ἀχάριστος
θὰ ἤμην καὶ ἀγνώμων, εἰς τὰς πρὸς ἐμὲ
πολλὰς ὑπηρεσίας κ' ἐκδουλεύσεις σου
ἂν μὴ μυρίας ὡμολόγουν χάριτας.
Ναί, φίλε πρωτοστάτορ· τὸ βασιλικὸν
παρὰ τῷ Μοφμεῤῥάτῳ σου ἀξίωμα,
καὶ τὰς ἐκεῖ τιμάς σου χάριν μου ἀφείς,
εἰς τὸν Μορέαν ἦλθες, τῶν κινδύνων μου
συμμέτοχος νὰ γείνῃς καὶ συμβοηθός.
Πανδήμως οὖν ἐνταῦθα διὰ βίου μου
εὐγνώμονα κηρύττω ἐμαυτὸν πρὸς σέ.
Τὴν Καλαμάταν καὶ τὴν Ἀρκαδίαν σοι
παραχωρῶ μετὰ τῶν περιχώρων της.
Ἐκτὸς δὲ τούτου τοποτηρητὴν τῆς γῆς
ἁπάσης τοῦ Μορέως, ἣν κατέκτησα,
σὲ διορίζω, μέχρις οὗ ἐντὸς ἑνὸς
ἐνιαυτοῦ διάδοχόν μου συγγενῆ
πρὸς σὲ ἐκπέμψω. Μεθ' ἓν ἔτος ὅμως, ἂν
δὲν παρουσιασθῇ τις ἔμπροσθέν σου ὡς
διάδοχος ἐμοῦ, ἡ γενναιότης σου
αὐθέντης τοῦ Μορέως τότε γίνεσαι.
Ὁ χάρτης τῆς μερίδος σου ἰδοὺ αὐτός.
Ἰδού σοι παραδίδω καὶ ἐνσφράγιστον
τῆς αὐθεντείας τοῦ Μορέως δίπλωμα.
Συστρατιῶται φίλοι μου, πρὸς τὸ παρὸν
ἀπέλθετε εἰς τὰς σκηνάς· μεθαύριον
σᾶς βλέπω πάλιν καὶ σᾶς ἀποχαιρετῶ.
Ἐνωμοτάρχαι δώδεκα καὶ δύο σας
σημαιοφόροι θὰ μὲ συνοδεύσωσιν
ἕως τῆς Ἀνδραβίδας τὸ παράλιον. (Ἐξέρχονται ἅπαντες πλὴν τοῦ Καμπανίτου).

ΣΚΗΝΗ Ι΄.

ΚΑΜΠΑΝΙΤΗΣ (μόνος).

Τὴν γῆν λοιπὸν ἀφἰνω τῶν ὀνείρων μου,
ἀφίνω τὴν παλαίστραν τὴν αἱματηρὰν
τῶν φιλοδόξων μου σχεδίων καὶ σκοπῶν,
καὶ φεύγω ὅπου νέα, ἄλλα σχέδια
φιλοδοξίας καὶ σκοποὶ μὲ σύρουσι.
Τὸν πολικὸν ἀστέρα εἰς τὸ πέλαγος
τὸν ὁδηγὸν ἀφίνω, καὶ πρὸς τὴν ξηρὰν
τὸ πλοῖον στρέφω, ὅπου νῦν πλησίστιον
τῆς φιλαρχίας τὸ ὠθεῖ ὁ ἄνεμος.
Μαρία, σὺ τὸ ἄστρον μου τὸ πολικόν,
τὸ φαεινόν, τὸ στίλβον ἄστρον ἦσο σύ,
πρὸς οὗ τὸ φῶς ἐστράφη ἡ καρδία μου.
Ἀλλ' οἴμοι! σὺ τὰ ὕψη τ' οὐρανοῦ οἰκεῖς,
κ' ἐγὼ ἐνταῦθα ἕρπω, ὂν χαμαιγενές.
Θνητὸν γῆς τέκνον πρὸς τὴν οὐρανίαν σου
πατρίδ' ἀσκέπτως τὰς δανείας πτέρυγας
τοῦ Ἔρωτος ὁ δείλαιος ἐτάνυσα·
ἀλλὰ ματαία ἀπόπειρα. Σύ, ἄγγελος,
τὰ ὕψη, κόρη, κατοικεῖς τοῦ οὐρανοῦ,
κ' ἐμὲ μυρίοι εἰς τὸν ᾅδην δαίμονες
παθῶν ἀγρίων καὶ βιαίων σύρουσι.
Μαρία, φεύγω καὶ σ' ἀφίνω. Ὡς κισσὸς
τὸ ῥαδινόν σου στέλεχος ἠθέλησας
νὰ προστηρίξῃς εἰς δρυὸς στεῤῥᾶς κορμόν·
ἀλλὰ ἡ δρῦς σου ἐξηλέγχθη κάλαμος
ὑπὸ σφοδρῶν ἀνέμων σαλευόμενος.
Ἀγάπην αἰωνίαν, ἔρωτα θερμὸν
σοὶ ὑπεσχέθην, κόρη, κ' εἰς τοὺς ὅρκους μου
πεισθεῖσα σύ, τὴν νεαρὰν καρδίαν σου
προσήνεγκας ἀθῷον ὁλοκαύτωμα
εἰς τὸν βωμὸν τοῦ ἔρωτος ἡ ἄπειρος.
Οἱ λόγοι καὶ οἱ ὅρκοι μου εἰς ἄνυδρον
σπαρέντες μόλις γῆν ἐξηνεμώθησαν·
καὶ τώρα φεύγω - φεύγω δίχως λέξιν μου
νὰ σ' εἴπω, δίχως ἕνα, κόρη, ἀσπασμὸν
νὰ σοὶ προσφέρω, δίχως ἓν ὑγίαινε
νὰ σοὶ προσείπω. Φεύγω ὡς ὁ ἔνοχος,
ὁ μὴ τολμῶν νὰ ἴδῃ κατὰ πρόσωπον
τὸ θῦμά του, καὶ φέρων ἔνδον ἑαυτοῦ
τοῦ συνειδότος ἄγρυπνον τὸν ἔλεγχον.
Μαρία, μὲ ἠγάπησας. Ὅσην ποτὲ
λατρείαν, ἀφοσίωσιν καὶ ἔρωτα
παρθένου στῆθος ἁπαλὸν ἐνέκλεισε,
μὲ τόσην σου λατρείαν, ἀφοσίωσιν,
μ' ἔρωτα τόσον τόσον μὲ ἠγάπησας.
Καὶ ὅμως φεύγω καὶ σ' ἀφίνω. Δάκρυα
πικρὰ θὰ χύσῃς πρὸς τὸ ἄκουσμα αὐτὸ,
θὰ κλαύσῃς, θὰ θρηνήσῃς. Κλαῦσον, θρήνησον.
Ὅ,τι καλόν, ὅ,τι ὡραῖον εἰς τὴν γῆν αὐτήν,
πικρὰ νὰ κλαίῃ καὶ νὰ πάσχῃ πέπρωται.

(Καταπεταννύεται ἡ αὐλαία).

Πηγή

Π ε ρ ι ε χ ό μ ε ν α

Απογραφές
Η επαρχία του Λιονταριού (1461)
Η Καρύταινα (Λιοντάρι) (1512-1520)
Ο Δήμος (kaza) της Καρύταινας (1566-1574)
Χωριά Γορτυνίας (1700-1830)
Χωριά και αριθμός οικογενειών Γορτυνίας (απόγραφή Pouqueville)
Απογραφή Γορτυνίας (1834)
Απογραφή Αρκαδίας (1834)
Απογραφή Γορτυνίας (1852)

Ονόματα
Σκορτινοί (13-14ος αιώνες)
Κροκόντηλοι-Αγ.Γεώργιος των Σκορτών (13-15ος αιώνας)
Δημητσανίτες (1461-1574)
Μέλη δημοτικού συμβουλίου Τριπολιτσάς (1700)
Ονόματα στρατιωτικών των Κολοκοτρωναίων (1821)
Γορτύνιοι Πολιτικοί κατά την Επανάσταση (1821)
Γορτύνιοι Αξιωματικοί κατά την Επανάσταση (1821)
Γορτύνιοι Φιλικοί (1821)
Ονόματα Λαγκαδινών (1822-3)
Ονόματα κατοίκων επαρχίας Τριπολιτσάς - Α (1823)
Ονόματα κατοίκων επαρχίας Τριπολιτσάς - Β (1823)
Προαγωγές Γορτυνίων στρατιωτικών (1824)
Δημοτικοί εισπράκτορες Γορτυνίας (1836)
Δήμαρχοι και Πάρεδροι Γορτυνίας (1841)
Φύλλα ποιότητας Δημάρχων και παραγόντων της Γορτυνίας (1849-1850)
Εκλογικά έγγραφα Γορτυνίας [1843 - 1862]
Εκλογικός κατάλογος Γορτυνίας (1865)
Επώνυμα Γορτυνίων 1865 (δήμοι Γόρτυνος, Ελευσίνος, Κλείτωρος και Μυλάοντος)
Επώνυμα Γορτυνίων 1872 (δήμοι Λαγκαδίων και Νυμφασίας)
Επώνυμα Γορτυνίων 1872 (δήμοι Τρικολόνων και Τροπαίων)
Επώνυμα Γορτυνίων 1872 (δήμοι Ηραίας και Θέλπουσας)
Επώνυμα κατοίκων δήμων Φαλάνθου (1879) και Θεισόας (1843)
Μικρά ονόματα Γορτυνίων (19ος αιώνας)

Τοπωνύμια
Mετονομασίες οικισμών Αρκαδίας (1920)
Μεσσαρέα
Τοπωνύμια Βυτίνας
Τοπωνύμια Βάχλιας
Τοπωνύμιο Τσιπιανά
Τοπωνύμιο Ψάρι
Τοπωνύμιο Αρτοζήνος
Τα τοπωνύμια ως πηγή της πρώιμης κοινωνικής ιστορίας των σλαβικών φύλων
Nτρομπολιτσά- Tριπολιτσά- Tρίπολη : μια ιχνηλάτηση
Γορτυνιακά τοπωνύμια σλαβικής ετυμολογίας
Στα χνάρια του περιηγητή Παυσανία στην Αρκαδία
Συνοικισμός Μεγάλης Πόλεως

Διάλεκτοι και Ιδιώματα
Το αρχαίο αρκαδικό γράμμα "Τσαν"
Η αρχαία αρκαδοκυπριακή διάλεκτος
Σύγκριση γορτυνιακού με άλλα ιδιώματα στο φωνολογικό επίπεδο
Συνοπτική παρουσίαση γορτυνιακού ιδιώματος
Το φαινόμενο του τσιτακισμού στα πελοποννησιακά ιδιώματα
H συνθηματική γλώσσα των Λαγκαδινών μαστόρων
To ιδιωματικό στοιχείο στη γλώσσα των απομνημονευμάτων του Θεοδώρου Κολοκοτρώνη

Ιστορικά θέματα (επιλεγμένα)
Πασάς Mαυραειδής Φαρμάκης
Ιστορική γεωγραφία Αρκαδίας (395-1209)
Δοξαπατρήν τον λέγουσιν, μέγας στρατιώτης ένι
Λυκάων της Αρκαδίας
Φωτάκος: Μάχη εν Τρικόρφοις - 23 Ιουν. 1825
Κανέλλος Δεληγιάννης: Πολιορκία Λάλα
Κανέλλος Δεληγιάννης: Η μάχη του Βαλτετσίου (12-13 Μαιΐου 1821)
Κανέλλος Δεληγιάννης: Η μάχη της Γράνας
Κανέλλος Δεληγιάννης: Έξοδοι Δράμαλη από την Κόρινθο
Κανέλλος Δεληγιάννης: Γορτυνιακός εμφύλιος (1823) και αρχές του γενικού εμφυλίου (1824)
Κανέλλος Δεληγιάννης: Μάχες στο Άργος, Δερβενάκια, Αγιοσώστη, Αγιονόρι
Κανέλλος Δεληγιάννης: Α' Πολιορκία Μεσολογγίου
Κανέλλος Δεληγιάννης: Εκστρατεία στη Δυτ. Ελλάδα, Μάχη του Πέτα
Καταστροφή Ζάτουνας - Απρίλιος 1779
Αναφορές για τα επεισόδια στη Γορτυνία (Ιουν. 1823)
Αναφορά επαρχίας Καρύταινας (Δ' Εθνοσυνέλευση, Άργος 1829)
Επιστολή κατά Κολοκοτρώνη (Εμφύλιος 1823)
Ο Μοραΐτης Πυρπολητής του 1821
Τα άρματα της Καρύταινας (1821)

Μελέτες
Βυζαντινή κρατική ιεραρχία και στρατιωτική οργάνωση
Κυρ Ιωάννης ο Τζερνοτάς
Τάμα στον Δία – Αχαιοί εναντίον Γαλατών (120 π.Χ.)
Στοιχεία για την οθωμανική Ελλάδα
Προδοσίες και θυσία στη Μολδοβλαχία το 1821
Η παράδοση της Πόλης το 1453
Σύντομη ιστορία της Πελοποννήσου (2ος αι. π.Χ – 7ος αι. μ.Χ.)
Το Πασαλίκι του Μοριά
Τα παράπονα των Ανθενωτικών (1450)
Μοραΐτες Οπλαρχηγοί του 1821
Η μάχη της Πελαγονίας (1259 μ.Χ.)
Φορεσιά και Άρματα το 1821
Η Εποχή του Χαλκού στο Αιγαίο
Αυτόχθονες εναντίον Ετεροχθόνων
Αλαμανικός φόρος και βυζαντινά μνημόνια